- Ἰλήιος
- Ἰλήιος (ϝῖλ.): of Ilus, πεδίον, so named, according to the scholiast, from the tomb of Ilus, Il. 21.558†.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.